ἀπελπιζόντων


ἀπελπιζόντων
ἀπελπίζω
despair of
pres part act masc/neut gen pl
ἀπελπίζω
despair of
pres imperat act 3rd pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.